Share

Όταν κάποιος ακούει τη φράση «η πρώτη μου φορά» αμέσως το μυαλό του πάει στο σεξ. Δεν φταίει η φράση, τα δικά μας μυαλά είναι πονηρά.

Όμως αυτό δεν είναι ένα ακόμα άρθρο σεξουαλικού περιεχομένου. Ναι μεν θα μιλήσω για μια εμπειρία μου, αλλά όχι αυτήν που φαντάζεσαι. Την «πρώτη φορά» που ενδεχομένως έχεις στο μυαλό σου, θέλω να την ξεχάσω όπως και πολλοί/-ές ακόμη φαντάζομαι. Αυτήν, όμως, που θα αναλύσω παρακάτω, θα τη θυμάμαι για πάντα. Ειδικά, η πρώτη-πρώτη στιγμή με ακούμπησε η βελόνα δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου. Και όχι, δεν μιλάω για ναρκωτικά. Το πόδι μου άρχισε να τρέμει και, κάπου εκεί, κατάλαβα ότι είχα μπροστά μου ένα εφιαλτικό 4ωρο – τόσο ήταν το ραντεβού μου για το πρώτο μου tattoo.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Όπως έχω γράψει σε ένα άλλο άρθρο, από πολύ μικρός συνήθιζα να καρατάω αρχείο με φωτογραφίες από διάφορα εντυπωσιακά τατουάζ που έβρισκα στο Διαδίκτυο και μου άρεσαν. Πάντοτε, θαύμαζα την τέχνη της δερματοστιξίας. Μάλιστα, αν έκανα ποτέ μου tattoo θα ήταν προϊόν ώριμης σκέψης και σίγουρα όχι κάποιο «δειλό» σχέδιο, τύπου ένα αρχικό γράμμα. Δεν κατηγορώ σε καμία περίπτωση τα εν λόγω τατουάζ. Απλώς, μου αρέσουν πιο πολύ τα σχέδια, παρά τα «ξερά» γράμματα.

Να, λοιπόν, που ήρθε αυτή η ώρα. Τον τελευταίο χρόνο, στο αρχείο που κρατούσα με τις εικόνες από τατουάζ, είχε δημιουργηθεί ένας υποφάκελος με το όνομα «maska». Η ονομασία είχε να κάνει με το σχέδιο του tattoo που είχα πάρει απόφαση να κάνω και τελικά έγινε πραγματικότητα. Δεν θα σου αποκαλύψω περαιτέρω το σχέδιο. Πάντως, δεν έχει να κάνει με την ταινία «Η Μάσκα».

Για την ιστορία, έφθασα σε αυτήν την απόφαση ως εξής: σε μια (σχεδόν) τυχαία επίσκεψή μου σε ένα tattoo studio, πριν κάποιους μήνες, γνώρισα τον artist που έμελλε να μου «χτυπήσει» το παρθενικό μου τατουάζ. Ο τύπος ασχολούνταν με το συγκεκριμένο στυλ tattoo που με ενδιέφερε και δεν άργησα να του ανοίξω συζήτηση. Του είπα αυτό που είχα στο μυαλό μου, ανταλλάξαμε απόψεις, κόζαρε το σημείο που είχα κατά νου να «χτυπήσω» και μετά από κάμποσες μέρες μου έστειλε inbox να περάσω από το μαγαζί, για να μου δείξει ένα σχέδιο που μου είχε φτιάξει. Δεν έχει σημασία πόσες αλλαγές κάναμε στη συνέχεια στο σχέδιο, όμως το «χέρι» του φαινόταν τόσο άψογο και σε συνδυασμό με το «ΟΚ» που μου έδωσε ένας φίλος ο οποίος γνωρίζει αρκετά και αρκετούς στον χώρο του tattooing, πήρα τη μεγάλη απόφαση. Είχε γίνει το deal. Απλά, θα μιλούσαμε κάποιες φορές ακόμα για να φιξάρουμε το σχέδιο και, από εκεί και πέρα, θα βρισκόμασταν από κοντά για να με «βαρέσει».

Έτσι κι έγινε. Εκείνο το πρωί, που είχα μαζί του ραντεβού στο tattoo studio, ξύνπησα με ενθουσιασμό, αλλά και άγχος – ήταν η πρώτη φορά που θα έκανα κάτι τέτοιο. Ξύρισα το σημείο που θα «χτυπούσα» και αναχώρησα, από το σπίτι για το τατουατζίδικο. Σαν άλλος γιατρός πριν από επέμβαση, ο tattoo artist μου μού έπιασε κουβέντα, για να «σπάσει ο πάγος». Σε 20 λεπτά είχα ήδη ξαπλώσει στο «κρεβάτι του πόνου» και ο τύπος είχε αρχίσει τις χημείες με τα μελάνια. Όταν άκουσα το πρώτο «τζιζ» από τη βελόνα ήξερα πως τα ψέματα είχαν τελειώσει.

Μυρμήγκιασμα, ανατριχίλα, ελαφρύ κάψιμο και ένα τρέμουλο ήταν τα πρώτα συμπτώματα. «Σοβαρά, έτσι θα πάει όλο;», σκέφτηκα. Μέσα σε δευτερόλεπτα, ήρθαν στο μυαλό μου όλες οι ιστορίες πόνου που είχα ακούσει από γνωστούς και φίλους που είχαν «χτυπήσει» tattoo και τους οποίους σνόμπαρα, τύπου «σιγά μωρέ, πόσο πονάει πια;». Κι όμως, πονάει. Τουλάχιστον, τα πρώτα λεπτά. Μετά συνηθίζεις κάπως, όπως για καθετί σε αυτήν τη ζωή άλλωστε.

Δεν κοιτούσα καν τι «βαράει». Είχα επικεντρωθεί στον πόνο τον οποίον προσπαθούσα να καταπολεμήσω, αναπνέοντας όπως οι έγκυες λίγο πριν γεννήσουν. Μετά το πρώτο μισάωρο, πήρα ανά χείρας το κινητό μου τηλέφωνο για να σερφάρω στο Ίντερνετ, μήπως βοηθήσει και ξεχαστώ. Μέσα σε μία ώρα, η οποία παραδόξως πέρασε σχετικά γρήγορα, κάναμε το πρώτο διάλειμμα. «Σήκω, πάμε για τσιγάρο», είπε ο τατουατζής μου. Δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο να ισορροπήσω στα πόδια μου μετά από μία ώρα «ξύλου».

Η δεύτερη ώρα ξεκίνησε εξίσου εφιαλτικά με την πρώτη. Μετά τα πέντε πρώτα λεπτά, όμως, είχα συνηθίσει πια να μου γδέρνει το δέρμα και, έτσι, ξεκινήσαμε να μιλάμε για μουσική, πολιτική κ.ά., ενώ απαντούσα και στις κλήσεις στο κινητό μου. Ένιωθα τόσο δυνατός που ο οργανισμός μου λειτουργούσε ξανά, σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Στο δεύτερο διάλλειμα, αφού είχα περάσει το αρχικό σοκ και όλα τα παραπάνω, μου είπε: «Αντέχεις γενικά, αλλά στην αρχή έφαγες γερό αρκούδιασμα».

tattoo-gia-proti-fora-body-image-1438772629-size_1000

Η τρίτη και η τέταρτη ώρα ήταν απλά διαδικαστικές και, πλέον, μπορούσα να κοιτάζω τι μου «βαράει». Οι μόνες δύσκολες στιγμές ήταν εκείνες που η βελόνα πλησίαζε κάποιο κόκαλο, οπότε ο πόνος οξυνόταν. Ήταν οι στιγμές που ξάπλωνα και έκλεινα τα μάτια, οπότε ο καλλιτέχνης μού έλεγε «Παύλε ζεις; Δεν σε βλέπω πολύ active», προφανώς τρολάροντάς με.

Το τέλος εκείνου του session με βρήκε να νιώθω πολύ κουλ με το νέο μου «δέρμα» και με τον tattoo artist να μου δίνει τις απαραίτητες συμβουλές περιποίησης-επιβίωσης του τατουάζ μου.

Φυσικά, ακολούθησε και δεύτερο session και θα ακολουθήσουν κανα δυο ακόμα, για να ολοκληρωθεί το -μικρό δεν το λες- σχέδιο. Αλλά, πλέον, έχω πάρει το «κολάι». Μπορώ να με «βαράνε» για ώρες, αρκεί να μην είναι σε κοκαλιάρικο σημείο. Ακόμη, αν και είναι πολύ νωρίς, θεωρητικά, νομίζω ότι θα ασπαστώ πλήρως αυτό που έχω -και έχεις- ακούσει από πολλούς: «αν κάνεις το πρώτο σου tattoo δεν μένεις ποτέ σε αυτό».

VICE

In this article

Join the Conversation